6.8.07

είμαι Σπίτι μου



παντού σκοτάδι..
ένα σκοτάδι παγερό, Νεκρικό.

Σιωπή.
ούτε ένα πουλί δεν ακούγεται
μέσα στη νύχτα.

"κάτι κακό θα συμβεί",
είπαν οι γριές Μάγισσες τής φυλής
..τρόμαξα..

μα ξάφνου κάπου στην άκρη του δάσους,
μια φωτιά υγρή, πορφυρή σιγοκαίει.
την πλησιάζω.

η παγωνιά τού Θανάτου,
τής Σιωπής,
τής Κατάρας
διαλύεται, εξαχνώνεται.
ένα κύμα από θύμησες,
φουσκώνουν την ψυχή μου.
χρώματα βίαια, μπερδεμένα
μου καίνε τα μάτια..
φιγούρες γνώριμες,
παλιές, με πλησιάζουν.

όλες είχαν ονόματα:
μίσος, αγάπη,
αδικία, αθωότητα.
έψαχνα να βρω την Καλοσύνη.
νόμισα πως τη διέκρινα,
κάπου πίσω από τις άλλες.
σου φώναξα "έλα κοντά μου".
με πλησίασες δειλά,
μετά πιο γρήγορα,
και μετά έτρεξες προς τα πάνω μου,
σκύλος που τρέχει
ν' αγκαλιάσει το σύντροφό του.

με ζέστανες και μου είπες,
"μην ανοίξεις τα μάτια σου".
υπάκουσα.
αφέθηκα να με προστατεύεις,
αφέθηκες να σε προστατεύω.

..σε είδα..
με κλειστά τα μάτια,
αλλά σε είδα.
θέλησα ν' ανοίξω τα μάτια μου,
να σε χορτάσω πιο πολύ.
να χωθώ στη θερμή σου αθωότητα.
αλλά μέσα στον καπνό της φωτιάς
που -δες- τρεμόσβηνε
είδα Εμένα μόνη.


πλησίασα τη φωτιά πιο πολύ.
πιο πολύ.
άπλωσα το χέρι μου.
πίστευα πως θα σε έβλεπα μέσα της.
Καλοσύνη τού κόσμου,
που μόλις είχα αντικρίσει..
που μόλις είχα χάσει..

όχι..
μόνο εμένα έβλεπα.
δέρμα κομμένο.
μάτια άχρωμα.
μαλλιά θαμπά,
να τα αποφεύγει ο αγέρας..
ανάσα δηλητήριο.
φωνή βάλτος.
αύρα Ματωμένη.

γονάτισα καταρρακωμένη πάνω στο χώμα.
άφησα δάκρυα να τρέξουν απ' τα μάτια μου,
μήπως και ξορκίσουν τον κακό Δαίμονα,
που με είχε συνεπάρει.

ικέτεψα τον Άγγελό μου να με κάνει να ξεχάσω.
να ξεχάσω την τόση ομορφιά.
δε θα άντεχα.
δε μου απάντησε όμως.
ποτέ δε μου έχει απαντήσει.

οι γριές μάγισσες της φυλής
δεν προφήτευαν πια.
ψιθύρισαν μόνο: "δεν προλάβαμε".

..ησύχασα..

έμεινα μόνη μέσα στο σκοτεινό δάσος
με μια αγέλη θύμησες να με συντροφεύει.

..είμαι Σπίτι μου..



© copyright, μαρίνα ακλήρου