11.8.07

ο γέρικος λύκος και η κοπελίτσα



..Κάποτε ήταν ένας παππούς..

Δεν είχε σπίτι και τριγυρνούσε από δω κι από κει παρέα μ' ένα γέρικο Λύκο.. Το αγρίμι αυτό -ο Λύκος- ήταν μία πολύ παράξενη περίπτωση. Ακουγότανε ότι είχε ζήσει πάρα πολλά χρόνια. Κανονικά θα έπρεπε να είχε πεθάνει. Δεν πήγαινε ποτέ με τις αγέλες.. Ήταν μοναχικός, περιπλανώμενος, με παχύ γκρίζο τρίχωμα και μ' ένα ζευγάρι μάτια κουρασμένα, αλλά και τόσο λαμπερά, που θαρρείς πως αν τον κοίταζες θα σου έπαιρνε το φως σου.. Τόσο βαθιά, που θαρρείς πως, αν τολμούσες να τα αντικρίσεις, θα σου απορροφούσαν την ψυχή σου.. Έτσι, όλοι τον φοβόντουσαν. Τον έβλεπαν σαν κακό δαίμονα και φεύγανε από κοντά του, μήπως και έμπαινε στα όνειρά τους.. Ο μόνος που δε τον φοβόταν ήταν αυτός ο παππούς. Και συνήθως τον ήθελε παρέα του το Λύκο..

..Ένα βράδυ, λοιπόν, αυτός ο παππούλης βρέθηκε μαζί με το γέρικο το Λύκο σ' ένα απομονωμένο χωριό. Ο ουρανός σπάραζε από το κλάμα τότε και τα ορμητικά του δάκρυα έπεφταν στη γη.. Πού και πού άστραφτε κι όλας. Και μετά ακολουθούσε ο φοβερός ήχος ενός κεραυνού. Ακουγόταν σαν απελπισμένο ουρλιαχτό μέσα στη νύχτα, που σου τρέλαινε το μυαλό.. Εκείνο το βράδυ, λοιπόν, περπατούσανε παρέα ο παππούς και ο Λύκος, ψάχνοντας να βρουν ένα μέρος, για να προφυλαχτούν από το ξέσπασμα της Φύσης..

..Ξαφνικά, κάτι έλαμψε μπροστά τους.. Όχι.. δεν ήταν αστραπή. Κάτι άλλο ήταν..! Αγριεύτηκε ο παππούς και κοντοστάθηκε. Και μέσα από την κουρτίνα της μανιασμένης βροχής, βλέπει να εμφανίζεται σιγά σιγά, κάτι σαν ανθρώπινη φιγούρα, που κατευθυνόταν προς το μέρος το δικό του και τού Λύκου. Φανερώνεται μπροστά τους, μετά από λίγο, μία κοπέλα ψηλή με μακριά μαύρα μαλλιά, μούσκεμα από τη βροχή.. Κρατούσε μία ομπρέλα κλειστή. Περπατούσε αργά, σχεδόν υπνωτισμένα. Σα να είχε γίνει ένα με τη βροχή.. ένα με τη φύση..

..Η κοπέλα φαινόταν ότι έψαχνε κάτι.. Κοιτούσε γύρω της προσεκτικά, για να μην χάσει τίποτα από εκείνη τη νύχτα.. Ο παππούς παραξενεύτηκε, αλλά δεν έδωσε και πολλή σημασία.. Το μόνο που κοίταζε ήταν η κλειστή ομπρέλα τής κοπέλας και ευχόταν να είχε κι εκείνος μία..

Μέσα σ' αυτό το χαλασμό, λοιπόν, η κοπελίτσα σηκώνει το βλέμμα της και κοιτάζει το γέρο.. Τού χαμογελάει.. Τού δίνει την ομπρέλα της.. Δε τού μίλησε καθόλου.. Το μόνο που έκανε, ήταν να «βυθιστεί» για λίγο στα μάτια τού γέρικου τού Λύκου, να χαϊδέψει το μουσκεμένο τρίχωμά του και με το ίδιο μουσκεμένο χέρι να χαϊδέψει τα μακριά μαλλιά της.. Μετά χάθηκε..

Ο παππούς, πάντως, τη γλίτωσε την πνευμονία!

Ο Λύκος όμως...

..Λένε στο χωριό, ότι από τότε, ο Λύκος ψάχνει κάθε νύχτα να βρει αυτό που τού «έκλεψε» η κοπέλα, όταν χάιδεψε το μουσκεμένο τρίχωμά του.. Ο τρελός μάλιστα του χωριού λέει, ότι κάθε νύχτα εμφανίζεται μία κοπέλα, πάντα με βρεγμένα μαλλιά και κοιτάζει γύρω της ψάχνοντας το χαμένο γέρικο Λύκο.. Να τού δώσει αυτό που τού «έκλεψε».. να τής δώσει αυτό που έψαχνε πάντα..

.....................................

...Πέρασαν χρόνια πολλά, ίσως και αιώνες από εκείνη την παράξενη νύχτα, που συναντήθηκαν οι μοίρες τού Γέρικου τού Λύκου και τής κοπελίτσας.... Ο κόσμος προχώρησε, οι άνθρωποι εξελίχθηκαν, οι σχέσεις τους εξευγενίστηκαν και πλέον δε συναντιόντουσαν στα παγκάκια, κατά τύχη... Τίποτα δεν έμενε στην τύχη. Κανείς δεν ήταν έρμαιο της τύχης. Όλοι είχαν προγραμματίσει τις επόμενες ημέρες και τίποτα δε τους έβγαζε έξω από το πρόγραμμά τους. Ξημέρωσαν μέρες πολλές, νύχτωσαν άλλες τόσες νύχτες... Το Φεγγάρι είχε αλλάξει χρώμα... ήταν τόσο τέλειο.... Αψεγάδιαστο....! Το έδειχναν με το δάχτυλο και το θαύμαζαν για την τελειότητά του. Φαινόταν τόσο λευκό, τόσο λαμπερό και τόσο τέλεια στρογγυλεμένο. Κανείς τους δεν είχε καταλάβει ότι το Φεγγάρι είχε μαραζώσει.. Κανείς δεν είχε καταλάβει ότι το Φεγγάρι ήταν τόσο αψεγάδιαστα τέλειο, επειδή δεν καθρεφτίζονταν πάνω του οι σκιές του Γέρικου του Λύκου και της κοπελίτσας..

Πού να πήγαν άραγε; Πού να χάθηκαν, που ούτε και το Φεγγάρι δεν μπορούσε να τούς δει....;

«Τι να κάνω, τι να κάνω; Πού μπορώ να τούς βρω; Πώς θα μπορέσω να δείξω την πραγματική ομορφιά μου στους ανθρώπους, αν δε βρω την κοπελίτσα και το Λύκο; Πού να έχουν πάει; Πού να χάθηκαν; Ποιος βυθός τούς έχει παρασύρει, που ούτε το φως μου δεν μπορεί να τους καθρεφτίσει πάνω μου;» σκεφτόταν το Φεγγάρι φωναχτά.. Και άθελά του, τού ξέφυγε ένα δάκρυ απελπισίας και έγινε σεισμός στη Γη.. Σεισμός φοβερός και καταστροφικός.. Οι άνθρωποι έτρεχαν και δεν ήξεραν από πού και από τι να κρυφτούν.. «Τι έπαθε το Φεγγάρι; Πώς μπορεί να βρέχει από το Φεγγάρι; Πώς μπορεί να δημιουργήσει τέτοια καταστροφή, ένα τόσο τέλειο Φεγγάρι;»..

Φουρτούνιασε κι η Θάλασσα και ξέθαψε θησαυρούς πολλούς, ψυχές ξεχασμένες... αλλά ούτε κι εκεί ήταν το «σκοτεινό» δίδυμο.... Άνοιξε κι η Γης και ξέθαψε μυστικά, που τα έψαχναν οι άνθρωποι για αιώνες. Ξέθαψε ανθρώπους, μη-ανθρώπους, πλάσματα, θηλυκά κι αρσενικά.. Ούτε κι εκεί, ήταν η κοπελίτσα και ο Λύκος..... Το Φεγγάρι έβγαλε μια κραυγή, τόσο φοβερή, τόσο δυνατή, τόσο απελπισμένη που όλοι οι Πλανήτες τρόμαξαν και έχασαν τον αρμονικό ρυθμό τους..

«Τι έπαθε το Φεγγάρι;» Μέχρι και ο Ήλιος, αυτός ο κόκκινος γίγαντας, ο κατακτητής, ο αρχηγός όλων, «πάγωσε» από τη δύναμη του πόνου του Φεγγαριού... Αυτός που όλα τα «φωτίζει» και όλα τα «ξεκαθαρίζει» και όλα τα «ζεσταίνει» και τούς δίνει ζωή, έκανε πίσω σε τέτοιο σπαραχτικό λυγμό..

Ξαφνικά όμως.... Πάνω στο νήμα που χωρίζει το απέραντο σκοτάδι και το εκτυφλωτικό φως, ακούγεται μια φωνή μακρινή, βαθιά να λέει: «Αδέρφια μου.. Εγώ είμαι. Ο Πλούτωνας. Ο πιο σκοτεινός όλων σας. Ο πιο νέος και ο πιο μακρινός. Ο πιο βαθύς και ο πιο ανεξερεύνητος. Ο πιο τρομακτικός και ο πιο τρομαγμένος. Φεγγάρι μου, γίνε ξανά όπως ήσουν. Μη σκοτώνεις αυτό που υπάρχει στη Γη. Μην ψάχνεις πια την κοπελίτσα και το Λύκο. Πάνε, χάθηκαν... Βυθίστηκαν τόσο πολύ, που αναγεννήθηκαν.. Σκοτείνιασαν τόσο, που τώρα είναι πιο λαμπεροί κι απ' τον Ήλιο.. Δεν μπορείς πια να τους καθρεφτίσεις πάνω σου. Ανήκουν στο δικό μου το βυθό.. Το βυθό τής συνεχούς Αναγέννησης.. Μέχρι να φύγουν κι από μένα για να πάνε.... δεν ξέρω πού... Κι ούτε θέλω να μάθω. Βρήκε ο ένας τον άλλον, σε ένα ταξίδι χωρίς γυρισμό και πορεύονται τώρα πια μαζί, σε ένα δρόμο γεμάτο χρώματα, αρώματα, μουσική, τρέλα, έκσταση, κόλαση και παράδεισο, απόλυτη δυστυχία και απόλυτη ευτυχία..» Το άκουσε το Φεγγάρι και πάγωσε.... «Τι όνειρα θα καθρεφτίζονται πάνω μου τώρα; Από που να κρατηθώ;». «Από την Ελπίδα» του λέει ο Πλούτωνας..

Γυρίζει το Φεγγάρι και τον κοιτάζει με μάτια θλιμμένα.. Κι εκεί στο βάθος, τόσο αλαργινά, βλέπει δυο μάτια κόκκινα.. «Τα μάτια του Λύκου!» σκέφτεται.. Κολλητά δίπλα του, βλέπει ένα χείμαρρο κόμης μαύρης.. «Η κόμη της κοπελίτσας!» ξανασκέφτεται.. Το τρίτο που διέκρινε ήταν ένα χαμόγελο.. Τόσο ζεστό, που το «έκλεψε» και το κράτησε μέσα του για πάντα.... Το τελευταίο που είδε ήταν τα δυο αγρίμια να το κοιτάνε και να χάνονται σιγά-σιγά, στην αναζήτηση τού βυθού της ύπαρξής τους.. Ησύχασε το Φεγγάρι από τότε και φύλαξε το ζεστό χαμόγελο μέσα του.. «Τουλάχιστον ξέρω ότι βρήκε ο ένας τον άλλον... ότι βυθίζονται παρέα» σκέφτηκε...

Κι έτσι το Φεγγάρι γίνηκε πάλι όμορφο, ο Ήλιος ξαναζέστανε, οι Πλανήτες ακολούθησαν την τέλεια αρμονία τους, οι άνθρωποι στη Γη ησύχασαν και η κοπελίτσα και ο Λύκος.... Ποιος ξέρει...; Ίσως να βρίσκονται σε άλλο Κόσμο.. Σε άλλο Γαλαξία.. Σε άλλη Διάσταση.. Δεν έχει σημασία... Όπως σκέφτηκε το Φεγγάρι:

«....τουλάχιστον βυθίζονται παρέα.....»




© copyright, μαρίνα ακλήρου