11.11.07

στου φεγγαριού τη λίμνη



κάποιον ρώτησα για σένα.

μού είπε ότι σε είδε ξαπλωμένη
στα κατακάθια μιας διψασμένης λίμνης.
ανάσκελα με τα χέρια ανοιχτά
να κοιτάζεις τον ουρανό.

μού είπε ότι μια νύχτα σηκώθηκες.
κοίταξε τα μάτια σου για πρώτη φορά.
ήταν σα να είχε μαζευτεί μέσα τους
όλο το χαμένο νερό της λίμνης.
υγρός έβενος. τρομακτικός.

το δέρμα σου στεγνό, χαρακωμένο.
έτοιμο να κοπεί χίλια κομμάτια.
μπουσουλώντας έσερνες τη γλώσσα σου
στα διψασμένα χώματα.
μια κουκουβάγια από πάνω σου,
σού έφτυνε στάλα στάλα τη σοφία της.
κάθε στάλα που έπεφτε στο δέρμα σου
γινόταν και μια εστία για φωτιά.

μού είπε ότι σε κρυφάκουσε.
ζητούσες απ' το φεγγάρι
να σού διαβάσει το χαμένο παρελθόν σου
πάνω στα κατακάθια της λίμνης.

«κι εκείνο τι απάντησε;» τον ρώτησα..
«μετά έπιασε μπόρα», μού είπε..

«η λίμνη ξαναγέμισε με νερό».


© copyright, μαρίνα ακλήρου