17.11.07

κομμάτια από χείλη



χτυπούσα την πόρτα ώρα αρκετή.
μα δε μού άνοιγε κανείς.
πόσος καιρός να πέρασε
όταν αποφάσισα να φύγω;

τα μάτια μου με πίεζαν να τους χαμογελάσω.
ζωγράφισα στην πόρτα ένα καθρεφτάκι.
τα χείλη μου, θυμάμαι, είχαν ξεραθεί.
ακατάλληλο πεδίο για χαμόγελο.
προσπάθησα να κλάψω.
έστω να δακρύσω,
λίγο να τα δροσίσω.
ήταν μάταιο.
κάθε προσπάθεια για δάκρυ, έκοβε.
σαν προσπάθεια σκύλου
να ξεράσει τη φόλα
με τα σπασμένα γυαλιά
που ο άνθρωπος τού έριξε.

τα χάιδεψα με τα δάχτυλά μου.
τα ξεκόλλησα κομμάτι-κομμάτι.
με δρόσιζε η υγρασία απ' το αίμα.
ταυτόχρονα με βοηθούσε να κολλήσω
τα κομμάτια απ' τα χείλη μου
στην πόρτα.

έκανα ώρα κάμποση,
μα τ' ολοκλήρωσα το σχήμα τους.
επιτέλους, τ' αντίκριζα.
υγρά, κόκκινα, λαχταριστά.
τα χείλη μου.
ένα ψηφιδωτό ξεχωριστής αξίας,
πολύ προσωπικής.

το καθρεφτάκι το έσβησα, βεβαίως.
δεν ήθελα να με κοιτάζω πια.
το θέαμα ενός προσώπου δίχως χείλη
ήταν ανατριχιαστικό
και, μάλλον, με φόβιζε.

μετά, επιτέλους έφυγα.
ήρεμη πια.

αν τύχει και ξαναπεράσω από εδώ
να μην ξεχάσω:
τα χείλη αυτά ήταν δικά μου.


© copyright, μαρίνα ακλήρου