29.11.07

ωμότητα



το γλέντι τελείωσε.. οι χοροί σταμάτησαν και κάποια ξεχασμένα τραγούδια, ψιθυρίζονται στα κρυφά από μια κοπέλα που κατηγορείται ότι ζει στον κόσμο της.. μέσα στο μυαλό της σολάρουν μεθυσμένες μπαλαλάικες.. κι ενώ συνεχίζει να τραγουδά, ψάχνει στον ουρανό, όχι το έλκηθρο του Άη Βασίλη, αλλά το σύννεφο με παντελόνια και τα δυο μάτια φεγγάρια τού Βλαδίμηρου.. ο ξέφρενος ρυθμός τής Katyusha κάνει την καρδιά της να σκίζεται από έρωτα για κάτι άπιαστο. κι η Kalinka ξεσηκώνει τα πιο άγριά της ένστικτα που την κάνουν να θέλει να χορέψει..
και χορεύει, χορεύει, χορεύει, χορεύει..

μέχρι που σε μια στιγμή οι μουσικές σταματάνε.. ένα ελαφρύ βάδισμα έτρεψε σε φυγή τις μπαλαλάικες.. αυτός.. απέναντι.. τη βλέπει μόνη της και πάει κατά κει..

αρχίζει να τής τραγουδά πένθιμα, στίχους που έχουν μέσα τους το θάνατο.. τής τραγουδά για την ανυπαρξία του, για τον πόνο το βαθύ που τον τρώει, για το Εγώ του που το ψάχνει συνεχώς.. τη γοητεύει αυτό το μαύρο χωρίς να τη νοιάζει το γιατί.. τα μάτια της υγραίνονται κι η καρδιά της παραμιλάει.. θέλει να τον αγκαλιάσει και να τού πάρει κάθε πόνο, κάθε επιφύλαξη, κάθε καχυποψία που τον κάνουν να βλέπει όλους τους ανθρώπους ίδιους.. θυμάμαι τον κρατούσε αγκαλιά ώρα πολλή.. ίσως και μήνες.. ίσως και χρόνια..

όμως ο μαυρισμένος κύριος με το μεγάλο χαμόγελο, αποφάσισε πως η κοπέλα είναι σαν όλους τους άλλους.. δε τής το είπε όμως ποτέ.. μόνο την έδιωξε τρυφερά.. τόσο τρυφερά που η κοπέλα μπερδεύτηκε.. νόμισε πως έφυγε εκείνη.. πως τον παράτησε εκείνη μόνο του χωρίς ελπίδα καμιά..

δε μίλησε σε κανέναν γι αυτό που τής συνέβη.. μόνο ο Βλαδίμηρος τής φώναζε από τον ουρανό και τής έδωσε ευχή και κατάρα να συνεχίσει να τραγουδάει την Katyusha, να συνεχίσει να χορεύει την Kalinka μέχρι τα πόδια της να ματώσουν..

...........................................

πιο πέρα ένα παιδί σέρνεται και ψάχνει τη μαμά του.. η διωγμένη κοπέλα τρέχει να το βοηθήσει.. ο μαυρισμένος κύριος συνεχίζει να τραγουδάει πένθιμα για το πονεμένο του Εγώ.. η κοπέλα παίρνει το παιδάκι από το χέρι.. αυτό κλαίει και χώνεται βίαια στην αγκαλιά της, ζητώντας τρυφερότητα μέσα σε έναν κόσμο που τον περικλείει ένα τεράστιο Εγώ.. ο κύριος συνεχίζει να μοιρολογάει.. η κοπέλα τον κοιτάζει πάντα με μάτια υγρά.. θέλει τόσο να πάει κοντά του κι ας την έδιωξε.. άλλωστε η μισή της καρδιά ήταν ακόμα εκεί.. το παιδί όμως έχει την ανάγκη της περισσότερο.. ο μαυρισμένος κύριος συνεχίζει να τραγουδάει πένθιμα για το πονεμένο του Εγώ.. τού είναι αδιανόητο να υπάρχει κάποιος που προσφέρει τη βοήθειά του, χωρίς να έχει να κερδίσει ποσοστά γι αυτή την καλή του πράξη.. όλο αυτό όμως τον κάνει να συνεχίζει, ακόμα πιο πολύ, να τραγουδάει πένθιμα για το πονεμένο του Εγώ..

μετά από λίγο ανέβηκα στον λόφο.. τούς παρακολουθούσα από ψηλά.. η πλευρά τού κυρίου μετά από λίγο γιόμισε ανθρώπους, άνδρες και γυναίκες, που έσπευσαν να τον βοηθήσουν.. μετά από λίγο τούς άκουσα να γελάνε κι όλας.. ο μαυρισμένος κύριος φαινόταν πως δε τούς ήθελε κοντά του και έριχνε κλεφτές ματιές προς την μεριά που έφυγε η κοπέλα, αλλά τόσο φευγαλέα, που μετά από λίγο το ξέχασε..

κοίταξα κι από την άλλη μεριά.. η κοπέλα και το παιδάκι συνέχιζαν να προχωράνε μόνοι τους προς αντίθετη κατεύθυνση.. χέρι-χέρι βάδιζαν, με δακρυσμένα μάτια, αλλά χαμογελαστοί κι οι δύο..

μετά από καιρό, η κοπέλα κατηγορήθηκε από κάποιους για ωμότητα, επειδή πλήγωσε τον κύριο και το πονεμένο του Εγώ..

ο Βλαδίμηρος συνεχίζει να την κοιτάζει με δυο μάτια φεγγάρια..


© copyright, μαρίνα ακλήρου