2.12.07

πτώση


η ψυχή μου σβήνει.
για φαντάσου.
αφημένο αποτσίγαρο
μονάχο στο τασάκι.
δε θυμάμαι πότε τ' άναψα.
μα δε με νοιάζει πια.
βλέπεις, τώρα έχω φύγει.
χάνομαι.

το μυαλό μου χύνεται
σε πηγές σκοτεινών απολαύσεων.
μυστήριες δυνάμεις,
λυγερόκορμες σκιές φεγγοβολάνε.
αβίαστα γλιστράνε στις καμπύλες,
στις γωνίες, στους λαβύρινθούς του.

γεννιούνται όργια..
βασανιστικά όργια.
ο νους δεν μπορεί να τα κοιτάξει.
παίχτες ηττημένοι βαπτίζονται νικητές
με τους κόκκινους χυμούς
τής πιο αθώας μου παράνοιας.

υπάρχουν λογιών φιγούρες εδώ μέσα.
φιγούρες μεταλλικές
που λιώνουν σε ατμόσφαιρες καυτές.
η μορφή τους απλώνεται.
αναπλάθεται με δαγκώματα.
με ρυθμικά σφιχταγκαλιάσματα.

κάτι απαγορευμένο ζει εδώ έξω.
ένα αγρίμι ανήμερο,
που πάντα κλαίγανε
γι' αυτό οι γητευτές.
κάνει το πιο ρυθμικό
νέγρικο μπλουζ να παραμιλάει.
του Federico το Duende χορεύει
και τραγούδια αγκομαχάει.
η Κορύφωση, σμίγει με το κλάμα.
και η Πτώση, μ' όσων χάνονται το γέλιο.

ακόμα δε το έμαθες, καλέ μου;
όποιος πέφτει, πάντα γελάει.
τον ήλιο χλευάζει,
που δε βρίσκει φτερά για να λιώσει.
το φεγγάρι σαρκάζει,
που δε βρίσκει κορμί για να δέσει.
και το διάβολο φτύνει,
που δε βρίσκει ψυχή πουλημένη.


© copyright, μαρίνα ακλήρου