17.12.07

χράτσα χρούτσα



από παιδί είχα μια παράξενη μανία..
έπαιρνα ένα ψαλίδι
και κρυβόμουν κάτω απ' τα τραπέζια.
κι έτσι όπως με κάλυπτε το τραπεζομάντιλο
και δε μ' έβλεπε κανείς,
άρχιζα να το κόβω.
λωρίδες λωρίδες..
χράτσα χρούτσα, χράτσα χρούτσα..
μεγάλη η ηδονή μου..
ο χρόνος όμως λιγοστός.
πάντα με ανακάλυπταν.
έπαιρναν απ' τα χέρια μου
το αντικείμενο που θα με βοηθούσε,
να ολοκληρώσω το έργο μου.
μεγάλη η λύπη μου..

όμως, μετά από λίγο καιρό,
πάντα κατάφερνα να το ανακαλύψω.
και είχα μεγαλύτερες προσδοκίες..
κρυβόμουν πίσω από κουρτίνες..
χράτσα χρούτσα, χράτσα χρούτσα..
μεγάλη η ηδονή μου..
πόσο μού άρεσε αυτός ο ήχος..

με ηρεμούσε..
τις κατέστρεφα και ηρεμούσα..

κάποια στιγμή αναγκάστηκα να το κόψω.
δε γινόταν να κρύβομαι πια
κάτω από τραπέζια και πίσω από κουρτίνες.
έτσι βρήκα άλλες εναλλακτικές.
εξαφανιζόμουν..
δεν έκανα τίποτα το ιδιαίτερο.
απλώς κρυβόμουν.

σε αυτές τις μοναχικές αποδράσεις μου,
είχα πιάσει φιλία με κάτι μυρμηγκάκια.
μού είχαν φανερώσει τη φωλιά τους
και τούς πήγαινα ψιχουλάκια.
μού άρεσε να τα παρακολουθώ με πόσο
μεγάλη ταχύτητα τα άρπαζαν.
με πόσο μεγαλύτερη ταχύτητα
τα πήγαιναν στη φωλιά τους..
πήγαιν' έλα, πήγαιν' έλα..
μεγάλη η χαρά μου..

δεν μπορούσα όμως να πηγαίνω εκεί κάθε μέρα..
για κάποιο λόγο μού το απαγόρευαν.
ακόμα και σήμερα δεν έχω καταλάβει
την αιτία αυτής τής απαγόρευσης..
αν και δεν έχει πια σημασία καμιά.

την τελευταία φορά που πήγα στη φωλίτσα τους,
με τις χούφτες μου γεμάτες ψιχουλάκια,
είδα ένα άλλο παιδάκι εκεί.
κρατούσε ένα κουτάκι με σπίρτα στο χέρι του.
είχε κι αυτό
-όπως είχα κι εγώ-
μια παράξενη μανία..
..να πετάει αναμμένα σπίρτα μέσα σε μυρμηγκοφωλιές..

τον ηρεμούσε μού είπε..
..τις κατέστρεφε και ηρεμούσε..


© copyright, μαρίνα ακλήρου