11.1.08

εδώ είναι

..
..η μοναξιά μου..
..η αγαπημένη μοναξιά μου, ήταν στα πάντα μου η πιστή συντροφιά μου.
ήταν δική μου, ολότελα δική μου.. κι ήμουν δική της, ολότελα δική της.
μέχρι χθες η μοναξιά μου ήταν το παιδί μου.
ζούσε από εμένα κι εγώ από αυτήν.
την είχα κακομάθει.. ασχολιόμουν μαζί της συνεχώς..
γιατί, δεν μπορώ να πω.. κι αυτή με είχε κακομάθει.
μες στα μάτια με κοιτούσε.. με τις συνήθειές μου ερωτοτροπούσε.
κι ό,τι και να μού ζητούσε, χατίρι δε τής χάλαγα ποτέ.
ούτε μόνη δε την άφηνα ποτέ. πώς θα μπορούσα άλλωστε;
ήταν τόσο χαριτωμένη.. τόσο γλυκιά..
μού άρεσε η συντροφιά της.. με ηρεμούσε.
αλλά με έκανε και να γελάω.. σκαρφιζόταν τα πιο αστεία ανέκδοτα.
αλλά και ιστορίες που δε θα διαβαστούν ποτέ και από κανέναν.
κι εγώ την κανάκευα.. την κολάκευα.
τής έλεγα πόσο όμορφη είναι.. πόσο χαρούμενη με κάνει.
τής μιλούσα για τα πάντα μου.. τής εμπιστευόμουνα τα πάντα μου.
όλες τις αδυναμίες μου, όλες τις επιθυμίες μου.
ακόμα και τις ώρες τού φευγιού μου από εκείνην.. τις νύχτες.
κι εκείνη λούφαζε.. έχανε το χιούμορ της κι αγρίευε..
και τότε τής υποσχόμουν πως δε θα την προδώσω ποτέ.
..πως δε θα την εγκαταλείψω ποτέ..

..η μοναξιά μου..
..μέχρι χθες την περνούσα για μια ύπαρξη διάφανη και τρυφερή.
αγαπιόμασταν ατέλειωτες ώρες.. από όλους ανέγγιχτες ώρες.
και πιο πολύ από το χρόνο.. δεν κυλούσε ο χρόνος..
ούτε σημάδευε με χαρακιές.
.δεν υπήρχε ο χρόνος..

..η μοναξιά μου..
..μόνο με λατρεία με είχε μάθει, να τη λατρεύω κι εγώ μαζί.
μέχρι που Ένα γίναμε.
ένα μυαλό, μία ψυχή, ένα κορμί.
μία λατρεία αποκλειστική.

..μέχρι χθες.. όλα αυτά μέχρι χθες.
γιατί χθες ήρθε ο χρόνος και σταμάτησε μπροστά μας για πρώτη φορά.
κουβαλούσε μαζί του, αλλαγές πολλές.
πράγματα που τά 'χα ξαναδεί, αλλά ήταν τόσο διαφορετικά.
άλλα γερασμένα, άλλα ετοιμόρροπα, άλλα φρεσκογεννημένα..
κι άλλα εντελώς καινούργια έως ξένα.
μέσα στο χαμό, είδα κι εμένα εκεί.
όχι όπως είμαι τώρα, ούτε όπως ήμουν κάποτε.
με είδα να κάθομαι δεμένη σε μια ασταμάτητα περιστρεφόμενη καρέκλα.
δεν πρόλαβα να δω κάτι άλλο.
μόνο ένα χέρι που άπλωσε και έπιασε τη μοναξιά μου.
και πριν προλάβω ν’ αντιδράσω μού την άρπαξε.
κι ο χρόνος, βιαστικός όπως πάντα, έφυγε.
άκουσα τ’ όνομά μου να ξεμακραίνει όλο και πιο πολύ.
άκουσα ένα «με πρόδωσες» να ξεμακραίνει όλο και πιο πολύ..

..κι έμεινα εκεί με ό,τι μού άφησε ο χρόνος..
με μία ύπαρξη διαλεχτή, πεινασμένη και αχόρταγη..
..τη μοναξιά τη δική του.
μια μοναξιά αβάσταχτη και ξένη.
μια μοναξιά με φασαρία και με -από παντού- φωνές που με έχουν κάνει σχεδόν κουφή.
με ένα φως παράξενο που σκοτεινιάζει τα μάτια μου.
με χρώματα αταίριαστα μεταξύ τους, που με έχουν σχεδόν τυφλώσει.
με γεύσεις τόσες πολλές, που μού έχουν μουδιάσει το στόμα.
με μια ταχύτητα άπιαστη, που με αναγκάζει να δένομαι για να μην πέσω.
με ανθρώπους σχεδόν πάντα χαμογελαστούς, αλλά και τόσο βιαστικούς.
μια μοναξιά με διαφημίσεις, δημόσιες σχέσεις και μισοξεχασμένα όνειρα.
μια μοναξιά που δε με λέει με τ’ όνομά μου, αλλά μού στέλνει μηνύματα μαζικά και απρόσωπα.
μια μοναξιά που τρέχει συνεχώς, κάνοντας κύκλους γύρω μου.
μια μοναξιά που κάνει ως και το θάνατο να φαίνεται σαν μπούλης που κάνει μπουρμπουλήθρες.
μια μοναξιά με γλώσσα από γυαλόχαρτο, που με γλύφει ασταμάτητα παντού μου....

και τώρα που στα γράφω όλα αυτά, Εδώ είναι..
αλλά, μεγάλε, μη σκοτώνεσαι για να τη δεις.
και τώρα που στα γράφω όλα αυτά, Εκεί είναι..


© copyright, μαρίνα ακλήρου