14.2.12

οι γύπες, οι κηφήνες και τ' αηδόνια


με τρομάζει αυτή η εξάντληση.
αυτό το σταθερά αυξανόμενο μούδιασμα.
η εξουθένωση είναι κακός σύμβουλος.
πώς να αντιδράσεις αν δεν έχεις να φας;
το αίσθημα τής επιβίωσης κυριαρχεί.
επισκιάζει όλα τα υπόλοιπα.
υποκύπτεις για να επιβιώσεις.

και μόλις τ' αηδόνια έρχονται
να σού ξεσηκώσουν τα μυαλά,
σκάνε μύτη οι καταραμένοι γύπες και τα διώχνουν.
η σκιά τού φυσικού θανάτου σε βαραίνει πάλι.
κι έτσι χαμηλώνεις το κεφάλι,
για να φας μια μπουκιά μπαγιάτικο ψωμί.
για να διώξεις για λίγο το βάρος τής σκιάς του.

πώς να τον εξολοθρεύσεις;
κανείς δεν σού αποκαλύπτει το μυστικό.
ο Δαβίδ πέθανε.
και η σφεντόνα του έχει χαθεί για πάντα.
ούτε Ιφιγένειες υπάρχουν,
για να ξεσηκώσουν τούς ανέμους.

άρχοντες πια είναι οι κηφήνες.
τη βασίλισσα την έχουν κλειδωμένη σε μπουντρούμια.
την πηδάνε, όποτε τους κάνει κέφι.
και το μέλι της το τρώνε μόνο αυτοί.
σπανίως, αφήνουν «τυχαία» μια στάλα να πέσει στο χώμα.
τρέχουν οι εργάτριες να το γευτούν.
αλλά πώς να φτάσει για όλες;
σκοτώνονται μεταξύ τους για το ποια θα προλάβει.
κι έτσι το διαίρει και βασίλευε κυριαρχεί παντού.
κανείς δεν ενεργεί για το κοινό καλό.
ο καθένας για τον εαυτό του.

«είσαστε άτυχη γενιά», μού είπε η Ελευθερία
κι έφυγε απ' την αγκαλιά μου.

κι ενώ ξεμάκραινε μού φώναξε:
«όμως μην πεθάνετε ακόμα.
τ' αηδόνια είναι διωγμένα,
όμως -άκουσε- ακόμα ζουν».


© copyright, μαρίνα ακλήρου